Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Μια ιστορία (συνέχεια 8)


Προσπαθούσε, συχνά, να θυμηθεί πώς ήταν όταν η φωνή του, το γέλιο του, της προσέφεραν ευτυχία, ζεστασιά, θαλπωρή. Δεν μπορούσε. Προσπαθούσε να θυμηθεί, πώς ήταν όταν τα όνειρά της γέμιζαν απ' την παρουσία του και ξυπνούσε τα πρωινά με χαμόγελο. Δεν μπορούσε. Προσπαθούσε να θυμηθεί, πώς ήταν όταν τα χέρια της ήθελαν μόνο να τον χαιδεύουν κι όχι να τον σπρώξουν μακριά. Δεν μπορούσε. Προσπαθούσε να θυμηθεί, πώς ήταν όταν η αγκαλιά του την έκανε να νοιώθει σιγουριά κι όχι παγωνιά. Δεν μπορούσε. Το παραμύθι τους, είχε από καιρό τελειώσει. Και δεν ήταν απ' αυτά με το ευτυχισμένο τέλος. Ήταν από κείνα που στο τέλος οι πρωταγωνιστές καίγονται. Κι εκείνος είχε πετάξει αναμένο σπίρτο στον κόσμο τους και τον παρακολουθούσε να φλέγεται, χωρίς να κάνει τίποτα. Απλά να είναι εκεί.

Υποτίθεται πως γύρισε για να την ξανακερδίσει, μα το μόνο που κατάφερνε με τη συμπεριφορά του, ήταν να την διώχνει όλο και πιο μακριά. Κάθε μέρα και πιο μακριά. Έλεγε πως θα προσπαθούσε, πως προσπαθεί, μα δεν είχε ιδέα του πόσα και τι χρειαζόταν να κάνει. Νόμιζε πως αρκούσε το να είναι εκεί. Του είχαν χαριστεί από κείνη όλα όσα ήθελε, δεν χρειάστηκε ποτέ να προσπαθήσει για να κερδίσει κάτι, γι' αυτό και τώρα που χρειαζόταν, δεν είχε τον τρόπο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως το "μέχρι εκεί που μπορώ" - δηλαδή, μέχρι εκεί που με βολεύει - δεν έφτανε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως θα χρειαζόταν να κάνει θυσίες για να την κερδίσει πίσω. Δεν προτίθετο να θυσιάσει τίποτα, εκτός του να μην εκφράζει με άσχημο τρόπο τη ζήλια του. Αυτό ήταν όλο. Μάλλον περίμενε πως κάποια στιγμή, θα του χαριζόταν μόνη της, για άλλη μια φορά. Πόσο λάθος έκανε...

Εκείνη σ' όλα αυτά, βρήκε τον τρόπο που ζητούσε. Της τον έδειχνε ο ίδιος. Δεν ήταν αναγκαίο να ψάξει, να βρει, να κάνει κάτι. Δούλευε αυτός για κείνη. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν να είναι εκεί. Αυτό μόνο. Όπως εκείνος. Απλά να είναι εκεί. Ήξερε που θα πήγαινε αυτό, αν δεν άλλαζε τη στάση του. Κι οι δύο ήξεραν. Κι ήταν σαφές, πως εκείνος δεν σκόπευε ν' αλλάξει. Έβλεπε τον εαυτό της να ψάχνει κάθε μέρα και λιγότερο. Να εκνευρίζεται κάθε μέρα και λιγότερο. Να ασχολείται κάθε μέρα και λιγότερο. Δεν είχε πια την ανάγκη να του ζητήσει, να επιμείνει, να προσπαθήσει να τον κάνει να καταλάβει. Δεν θα καταλάβαινε. Δεν ήθελε να καταλάβει. Ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, ο οποίος υποτιμούσε την ίδια και την όποια υποτιθέμενη προσπάθεια σκόπευαν να κάνουν. Εκείνη όμως, είχε ήδη ανεχτεί τόσα που δεν υπήρχε καμία περίπτωση να συζητά, έστω, για μέλλον μεταξύ τους, όσο το παιχνίδι του ήταν ακόμα στο προσκήνιο με οποιονδήποτε τρόπο.

Κι αν εκείνος θεωρούσε πως διατηρώντας το ζωντανό, αφήνοντάς το να διεκδικεί, σεβόταν τα συναισθήματα του παιχνιδιού του κι αν μόνος του δεν καταλάβαινε πως μ' αυτόν τον τρόπο έδειχνε απόλυτη ασέβεια στα δικά της, πως αυτό ήταν ένα ακόμα γερό χτύπημα σ' εκείνη, ένα επιπλέον βήμα απομάκρυνσής της από κοντά του, δεν ήταν δική της δουλειά να του το εξηγήσει. Αυτό, λοιπόν και θα έκανε. Θα σταματούσε κάθε συζήτηση που αφορούσε στα απομεινάρια της σχέσης τους, μέχρι να εξαφανιστεί (αν εξαφανιζόταν ποτέ) οριστικά και αμετάκλητα, το παιχνίδι του απ' το όλο σκηνικό. Ή εκείνη...

συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: