Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Δίλημμα


...κατάκοποι όλοι, παρακολούθησαν την τεράστια πύλη ν' ανοίγει αργά.

Η ομορφιά του τοπίου που απλώθηκε μπροστά τους, τους έκοψε την ανάσα.

Ψίθυροι κι επιφωνήματα έκπληξης και θαυμασμού ακούστηκαν.

"Τι είναι εδώ;" Ρώτησε κάποιος.

Ο οδηγός τον κοίταξε παραξενεμένος. "Δεν σας αρέσει;"

"Πώς..πώς.." ήταν το μόνο που κατάφερε εκείνος να ψελίσει, θαμπωμένος.

Τους άρεσε. Περισσότερο απ' οποιονδήποτε τόπο είχαν δει. Κι είχαν περάσει από πολλούς, μα αυτή η εικόνα ξεπερνούσε τις προσδοκίες τους. Το τοπίο ήταν πραγματικά πανέμορφο. Σχεδόν παραδεισένιο.

"Περάστε λοιπόν, τι περιμένετε;" τους παρότρυνε ο οδηγός.

Οι μικρότεροι έτρεξαν να εξερευνήσουν τον χώρο, ενώ πολλοί απ' τους μεγαλύτερους έμειναν αποσβολωμένοι να κοιτάζουν, δίχως να μπορούν να πιστέψουν πως επιτέλους είχαν βρει τον παράδεισο που έψαχναν.

Σιγά σιγά, πέρασαν όλοι την πύλη κι άρχισαν να βολεύονται. Δεν υπήρχε κάτι που να μην τους αρέσει σ' αυτά που έβλεπαν.

Κάποιοι συζητούσαν με τον οδηγό. "Λοιπόν; Πώς σας φαίνεται; Θα μείνετε;" ρώτησε. "Μακρύς και κουραστικός ο δρόμος, αλλά άξιζε τον κόπο, ε;" χαμογέλασε.

"Είναι σχεδόν όπως το ονειρευόμουν" είπε ένας γέροντας. "Μετά από τόσο μακροχρόνια περιπλάνηση, είχα αρχίσει ν' απογοητεύομαι. Σκεφτόμουν πως δε θα προλάβαινα να το βρω σ' αυτή τη ζωή. Και να που είμαι πια εδώ."

"Είναι, πράγματι, υπέροχα." φώναξε κάποιος από μια κοντινή παρέα που άκουσε την συζήτηση. "Κι η πύλη αυτή, να μας προστατεύει, να μη νοιώθουμε φόβο. Αυτό πού το πας; Πανέμορφος τόπος κι ασφαλής. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς;"

Όλοι συμφώνησαν. Και μόνο η πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να το αποφασίσουν. Θα έμεναν οπωσδήποτε εδώ.

"Ναι, η πύλη..." είπε ο οδηγός "υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε γι' αυτήν." αυτή τη φορά πιο χαμηλόφωνα. Η προσοχή όσων κάθονταν κοντά, στράφηκε πάνω του.

"Τι είναι αυτό που πρέπει να μάθουμε;" ρώτησε ο γέροντας.

"Η πύλη αυτή, θα κλείσει όταν φύγω και θα ξανανοίξει μόνο για να φύγετε όλοι όσοι ήρθατε. Κι εγώ δεν θα είμαι εδώ να σας οδηγώ." απάντησε ο οδηγός. "Στο μεταξύ, δεν μπορεί να μπει ή να βγει κανείς."

Ο γέροντας ξαφνιάστηκε δυσάρεστα. "Μα είμαστε τόσοι άνθρωποι. Αν κάποιος θελήσει κάτι; Αν χρειαστούμε κάτι που δεν υπάρχει εδώ;"

"Μα τι να χρειαστείτε; Εδώ θα καλυφθούν όλες οι ανάγκες σας. Δεν νομίζω να μην βρείτε κάτι" είπε ο οδηγός.

Ο γέροντας, όμως, επέμεινε. "Μα είμαστε πολλοί, μικροί, μεγάλοι κι οι ανάγκες μας τόσο πολλές και διαφορετικές. Πώς μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πως δεν θα χρειαστεί κάτι που δεν μπορεί να βρει εδώ;

Μαζί του άρχισαν κι άλλοι να δυσανασχετούν. Ηταν, βέβαια, υπέροχα, αλλά δεν είχαν παρά μόνο μια πρώτη εικόνα αυτού του τόπου. Πώς να βεβαιωθούν ότι θα έβρισκαν πάντα αυτό που ήθελαν, χωρίς να χρειαστεί ν' ανοίξει η πύλη;

Ο οδηγός ήταν σαφής. "Δυστυχώς, θα μπορείτε να έχετε μόνο ό,τι υπάρχει εδώ. Αν θελήσετε κάτι άλλο, θα πρέπει να κάνετε χωρίς αυτό ή να φύγετε οριστικά. Πρέπει όμως να σας πω πως δεν έχετε πολύ χρόνο. Με τη δύση του ηλίου θα φύγω κι η πόρτα θα κλείσει πίσω μου. Ως τότε φροντίστε να έχετε αποφασίσει τι θα κάνετε" είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντάς τους μπερδεμένους...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

... άλλη μια βόλτα στη βροχή



Παιδάκι ακόμα, με λαχτάρα παρακαλούσα τους γονείς μου να βγούμε έξω όταν έβρεχε και, Θεέ μου, πόση λύπη μου έφερνε το "όχι" τους με το γνωστό κήρυγμα "Μα είναι δυνατόν; Θα βραχούν τα ρούχα σου, θα κρυώσεις και πώς θα πας σχολείο μετά; Μα γιατί επιμένεις; Θέλεις ν' αρρωστήσεις; Δεν είναι άσχημο να είσαι άρρωστη; Πώς θα παίζεις με τις φίλες σου;". Μου βάραινε η ψυχή κι αναγκαζόμουν ν' αρκεστώ στο να κολλήσω το πρόσωπό μου στο τζάμι και να κοιτάζω έξω μέχρι να σταματήσει.

Όταν μεγάλωσα αρκετά, ώστε να μη χρειάζομαι άδεια, περπάτησα πολλά χιλιόμετρα στη βροχή.

Αργότερα μεγάλωσα ακόμα περισσότερο, έκανα κι εγώ παιδιά κι έπιασα την ομπρέλα, διότι η βροχή έγινε ξανά "αιτία ασθενείας".

Σήμερα έβρεξε κι ο μικρός μου γιος μου είπε πόσο θα του άρεσε να περπατούσαμε στη βροχή. Του χάιδεψα το κεφαλάκι, χωρίς να πω τίποτα. Δεν έδωσα μεγάλη σημασία, για να είμαι ειλικρινής. Μα, όταν κι ο μεγάλος μου γύρισε απ' το σχολείο μούσκεμα και μου είπε "Μαμά, μη μου θυμώσεις, που ενώ όλα τα παιδιά έβαλαν τα μπουφάν και τις κουκούλες τους όταν σχολάσαμε, εγώ το έβγαλα, για να νοιώσω πάνω μου τη βροχή", τότε θυμήθηκα.

Πότε το έχασα; Γιατί; Το έχασα αλήθεια ή απλά γίνομαι...οι γονείς μου;

Την επόμενη φορά που θα βρέξει, θα πάρω τα παιδιά μου και θα περπατήσουμε, χωρίς ομπρέλα, μέχρι το νερό να ποτίσει και τα κόκκαλά μας! Γιατί, αλήθεια, δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά πράγματα σ' αυτή τη ζωή, που είναι πιο ευχάριστα από μια βόλτα στη βροχή...

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Σημάδια



Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γ
ύρω στο μισοσκόταδο. Παντού σημάδια του πάθους. Τα ρούχα της πεταμένα στο πάτωμα, το ίδιο και το πάπλωμα, τα σεντόνια τσαλακωμένα και υγρά ακόμα απ' τον ιδρώτα τους. Η μυρωδιά του πλημμύριζε το δωμάτιο. Στο χαλί σταγόνες απ' το κρασί που δεν πρόλαβαν να γευτούν. Στο τασάκι καιγόταν ακόμα το τσιγάρο του. Όλα ήταν όπως τ' άφησε φεύγοντας. Πήρε το ένα ποτήρι και το έφερε στα χείλη. Ρούφηξε μια γουλιά και την κατάπιε αργά. Παρατήρησε το πρόσωπο που καθρεφτιζόταν στο γυαλί. Ναι, ήταν η ίδια γυναίκα. Εκείνη που, τότε, στην κρύα νύχτα, περπατούσε ευτυχισμένη πλάι του, κρατώντας του σφιχτά το χέρι...




Έτσι ξεκίνησαν όλα. Σ' ένα γωνιακό τραπεζάκι. Έδωσαν την παραγγελία τους κι έμειναν να χαϊδεύονται με τα βλέμματα. Όλος ο κόσμος ήταν εκείνη η γωνιά, τυλιγμένη στη ζεστασιά που ξεχείλιζε απ' τα μάτια τους. Δεν έμειναν πολύ. Άδειασαν γρήγορα τα ποτήρια τους και σηκώθηκαν. Περπάτησαν χέρι χέρι, ως τ' αυτοκίνητο. Έσκυψε και της ακούμπησε ένα απαλό φιλί στο στόμα. Ένα φιλί γεμάτο υποσχέσεις. Έκρυψαν τον πολύτιμο έρωτά τους, κάτω από απαλό βαμβάκι. Το άγγιγμά του τρυφερό, η φωνή του βελούδινη, τα μάτια του να καίνε. Τον κοίταζε κι ο χρόνος σταματούσε. Ένοιωθε την ανάσα του και ο χώρος γέμιζε χρώματα. Τον άγγιζε κι η καρδιά της έχανε έναν χτύπο.


Κι οι μέρες κυλούσαν γεμάτες ανέμελα γέλια, τρυφερά χάδια, υγρά φιλιά, καυτές αγκαλιές. Ήταν μόνο οι δυο τους στο σύμπαν. Η ζωή, άρχιζε και τελείωνε τις ώρες που μπορούσαν να γεύονται ο ένας τον άλλον. Υπήρξαν και προβλήματα, μα δεν ήταν ικανά να τους απομακρύνουν. Κανείς και τίποτα δεν έδειχνε να μπορεί να χωρέσει ανάμεσά τους... Πόσοι αιώνες είχαν περάσει από τότε;


Προσπάθησε να φέρει μπροστά της το πρόσωπό του. Να σχηματίσει τα χείλη του, την καμπύλη των φρυδιών του, κάθε μικρή ρυτίδα στις άκρες των ματιών του, μα δυσκολεύτηκε. Της πήρε πολύ χρόνο, για ν' ανακαλύψει τελικά, πως αρκετές λεπτομέρειες δεν υπήρχαν στη μνήμη της. Γέλασε. Δεν είχε ποτέ σκεφτεί να τον παρατηρήσει με τόση προσοχή, ίσως γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί τη στιγμή που δε θα τον είχε πια κοντά της.


Ένας θόρυβος τάραξε τη σιωπή κι η οθόνη του κινητού της άναψε. Είχε μήνυμα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το πήρε στο χέρι της και πάτησε το πλήκτρο της ανάγνωσης. Κάποιος φίλος την ρωτούσε πού είχε χαθεί. Το άφησε δίπλα της χωρίς ν' απαντήσει. Είχε πραγματικά ελπίσει πως θα ήταν εκείνος; ρώτησε σιωπηρά τον εαυτό της. Όχι, έδωσε την απάντηση. Ήξερε πως θα επικοινωνούσε μαζί της, μα όχι τόσο σύντομα. Όπως ήξερε και τι να περιμένει όταν θα το έκανε. Μια επικοινωνία ψυχρή, τυπική, χωρίς ίχνος συναισθήματος. Τίποτα να θυμίζει τις στιγμές που είχαν περάσει αγκαλιά.


Έτσι γινόταν πάντα. Θυμήθηκε τον πανικό που της δημιουργούσε τις πρώτες φορές που το είδε να συμβαίνει. Αργότερα το συνήθισε. Έμαθε να τον περιμένει υπομονετικά. Δεν σταμάτησε, όμως, ποτέ να την πειράζει. Όσο περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο. Πόσες φορές του το είχε πει, μα δεν άλλαξε τίποτα. Κάθε φορά το ίδιο, ίσως και πιο έντονα. Κάθε φορά πιο μακριά.


Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε το τελευταίο που είχαν μοιραστεί. Ίσως ήταν και το μοναδικό, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ήπιε ακόμα μια γερή γουλιά κρασί, παράτησε το τσιγάρο στο τασάκι, πλάι στο δικό του που είχε πια σβήσει, ντύθηκε και βγήκε. Ο δροσερός αέρας κι ο θόρυβος την έφεραν για λίγο στο παρόν. Κοιτούσε τ' αυτοκίνητα και προσπαθούσε να μαντέψει πού πήγαιναν και τι ιστορίες κουβαλούσαν οι επιβάτες τους. Ένα παιχνίδι που έπαιζε χρόνια με τον εαυτό της, όταν βαριόταν τις αναμονές στα φανάρια. Άνοιξε το ραδιόφωνο κι άρχισε να σιγοτραγουδά. Τραγούδι θλιμμένο, γι' αγάπες χαμένες, για νοσταλγία, για πόνο. Δεν ένοιωθε τίποτα απ' αυτά. Μόνο ηρεμία.




Τα φώτα της πόλης περνούσαν γρήγορα από μπροστά της αραιώνοντας όσο απομακρυνόταν. Η νύχτα είχε σκεπάσει τα πάντα. Της άρεσαν αυτές οι χωρίς προορισμό μεγάλες βόλτες. Αν και πάντα ήξερε που θα κατέληγαν. Πάντα. Εκεί που γαλήνευε απόλυτα. Στο νερό που τόσο την σαγήνευε. Την μάγευε η θάλασσα. Η αρμύρα της, η μυρωδιά της, οι ήχοι της.




Άφησε το αυτοκίνητο και προχώρησε, σχεδόν στα τυφλά. Βρήκε ένα βολικό σημείο στα βράχια, πολύ κοντά στο νερό και κάθισε. Γρήγορα το κρύο έγινε έντονο. Τυλίχτηκε με το χοντρό μπουφάν κι έκλεισε τα μάτια. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε κάνει το ίδιο. Πόσο φοβισμένη και μόνη ένοιωθε. Νύχτα και τότε, σε άγρια, αγαπημένη θάλασσα, κάπου μακρυά.



Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Τώρα ήταν ήρεμη. Σίγουρη. Δεν είχε τίποτα να φοβάται. Απολάμβανε τις μικροσκοπικές σταγόνες που έφερνε ο αέρας στο πρόσωπό της. Τα ίχνη της ανάσας της, ανακατεμένα με τον καπνό του τσιγάρου, εξαφανίζονταν γρήγορα από μπροστά της. Τα δάχτυλά της είχαν παγώσει και πονούσαν, αλλά δεν την ένοιαζε. Ένοιωθε τόσο όμορφα να είναι εδώ, που τίποτα δεν την ένοιαζε. Έμεινε πολλή ώρα. Πήρε μέσα της με μεγάλες ανάσες τη θαλασσινή αύρα, κράτησε τους ήχους στο μυαλό της, για να την νανουρίσουν αργότερα. Κάποια στιγμή, τρέμοντας πια απ' το κρύο, περπάτησε ως το αυτοκίνητο, μπήκε μέσα, άναψε τους προβολείς κι έμεινε λίγα λεπτά ακόμα να κοιτάζει το νερό, προσπαθώντας να το χορτάσει. Κάτι που ποτέ δεν θα κατάφερνε.


Ξεκίνησε αργά να επιστρέφει. Με τη μουσική δυνατά και την ψυχή της γαληνεμένη. Τα φώτα και τ' αυτοκίνητα όλο και πλήθαιναν. Δεν ασχολήθηκε με τους επιβάτες τους. Δεν την ενδιέφερε πια πού πήγαιναν. Ήξερε πού πήγαινε η ίδια κι αυτό της έφτανε. Είχε βρει τις απαντήσεις που ζητούσε.



Έφτασε στο σπίτι, κλείδωσε, έβγαλε το μπουφάν και τις μπότες της και στάθηκε στην πόρτα του δωματίου για λίγο. Αποφασιστικά άναψε το φως, προχώρησε, πήρε το τασάκι και τα ποτήρια, τα άδειασε, τα έπλυνε και τα άφησε να στεγνώσουν. Γύρισε στο δωμάτιο, σήκωσε τα σεντόνια και τα ρούχα απ' το πάτωμα και τα έβαλε στο πλυντήριο. Έστρωσε το κρεββάτι με χαρούμενα χρώματα κι άπλωσε πάνω το παχύ πάπλωμα. Τακτοποίησε τα ρούχα της, έβαλε τις πυτζάμες της, το κινητό της στον φορτιστή κι η ματιά της έπεσε στο χαλί. Κοίταξε τις σταγόνες για δυο-τρία δευτερόλεπτα και χαμογέλασε. Αποφάσισε να μην τις καθαρίσει. Ας έμενε και κάτι να θυμίζει το πάθος που τόσο έντονο πέρασε απ' τη ζωή της. Ξάπλωσε, έσβησε το φως και βυθίστηκε σ' έναν γλυκό ύπνο.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Χειμώνιασε




Νιφάδες έπεφταν βαριές απ' τον ουρανό.

Ο βοριάς σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του.

Έπεφταν αγγίζοντας φευγαλέα που και που η μια την άλλη.

Στριφογύριζαν σαν σε λούνα παρκ.

Κοιτούσαν κάτω, χαμηλά, τη μαύρη αγριεμένη θάλασσα.

Ύστερα έριχναν κλεφτές ματιές μεταξύ τους.

Δεν ήθελαν να παραδεχτούν τον φόβο τους.

Τον φόβο πως αυτή η κυμμάτινη μάζα θα τις κατάπινε.

Δεν θα 'μενε ούτε ίχνος της τόσο σύντομης ύπαρξής τους.

Είχαν ξεκινήσει γελώντας το ταξίδι τους.

Δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ πριν.

Μιλούσαν, μα ο ήχος τους χανόταν με τον άνεμο.

Τα κύμματα έμοιαζαν όλο και μεγαλύτερα.

Ο φόβος τις κύκλωνε χωρίς ν΄αφήνει ελπίδα.

Ο αδηφάγος ωκεανός όλο και πλησίαζε...

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Δρόμος


Zωή η φωνή
θάνατος οι λέξεις

σκοτώνουν κάποτε
γεννούν ξανά

σβήνουν τις μνήμες
τα χείλη δροσιά

έρημος τα μάτια
το δάκρυ όαση

δρόμος οι μέρες...

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Τέλος εποχής



Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2009

Απορίες

Απορία νο 1. Πόσο αγνό μπορεί να είναι ένα συναίσθημα, όταν πληγώνει;

Απορία νο 2. Πόσο δικαιολογημένο είναι, να αφήνουμε να πληγώνονται άνθρωποι στο όνομα κάποιου τέτοιου συναισθήματος;

Απορία νο 3. Θεωρείται ανθρώπινο ή απάνθρωπο το να επιλέγεις να μην πληγωθείς εσύ, αν αυτό σημαίνει πως κάποιοι άλλοι θα βρεθούν σ' αυτή τη θέση;

Απορία νο 4. Πώς βρίσκεις κουράγιο να επιλέξεις το ένα ή το άλλο;

Απορία νο 5. Πού βρίσκονται οι απαντήσεις;

Γαμώτο!

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ούυυυ σιξ χάντρεντ σιξ σιξ σιξ!



Είχα ένα κατοικίδιο. Απέκτησα κι άλλο ένα. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Ενα μικρό, ήρεμο γατάκι, αυτό μάζεψα. Πότε και πώς μεταμορφώθηκε σε τετράποδο δαίμονα, δεν κατάλαβα.

Την πρώτη μέρα, την πέρασε κουλουριασμένο πάνω στον καναπέ, γουργουρίζοντας ευχαριστημένο. Την δεύτερη, άρχισε δειλά δειλά, να εξερευνά τον χώρο γύρω του κι ανακάλυψε πρώτα απ' όλα, την ουρά του. Δεν πρέπει να χάρηκε και πολύ, αν κρίνω απ' τις απεγνωσμένες προσπάθειές του να την ξεφορτωθεί.

Το κακό είναι πως την ίδια ακριβώς διάθεση δείχνει για ό,τι συναντά στον δρόμο του. Μολύβια, κρόσια, παντόφλες, κουρτίνες, καλώδια, σεντόνια, μ' όλα τα βάζει.

Οκ, σκέφτηκα αρχικά, τώρα τ' ανακαλύπτει, θα τα βαρεθεί αύριο μεθαύριο, θα ηρεμήσει. Αμ, δε! Κάθε μέρα ανακαλύπτει και νέους εχθρούς/παιχνίδια, εκεί που δεν πάει το μυαλό σου. Ακόμα και με τις πόρτες τα βάζει. Γέρνει ο αέρας την πόρτα, παίρνει αυτό στάση επίθεσης και μόλις ακινητοποιηθεί η πόρτα, δίνει ένα σάλτο και σκάει με τα μούτρα πάνω της. Τόσο βλαμμένο!

Χτες, μπαίνοντας σπίτι, κάποιος μου επιτέθηκε πισώπλατα. Δεν ήταν άλλος απ' το τέρας που προφανώς θεώρησε το κέντημα στην κωλότσεπη του τζιν μου, ανεπιθύμητο εισβολέα που όφειλε να κατατροπώσει. Κι ο ύπνος μας είναι πλέον μαρτυρικός, διότι ό,τι περισσεύει απ' τον κορμό (βλ. πόδια, χέρια, μύτη, αυτιά, μαλλιά) είναι ωραιότατος εχθρός/παιχνίδι.

Τις τελευταίες 3 μέρες, απολαμβάνουμε τους ομηρικούς καβγάδες μεταξύ του τέρατος και της Λουκρητίας (η μεγάλη), την οποία, 4 χρόνια τώρα, θεωρούσαμε ανίκανη να θυμώσει. Την κυνηγά παντού, πηδάει πάνω της την ώρα που εκείνη περπατάει αμέριμνη, δαγκώνει την ουρά της, σηκώνεται στα 2 πόδια και της χορεύει τον χορό της κοιλιάς, κάνει ό,τι μπορει για να την προκαλέσει κι έτσι, η καλή μου, κυκλοφορεί μονίμως φουντωμένη σαν ραδίκι και γρυλίζοντας.

Για να δούμε πως θα πάει η συγκατοίκηση...

(Η φωτογραφία είναι μιας απ' τις ελάχιστες στιγμές που κατάφεραν να βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη του ενός μέτρου και να μην τσακώνονται.)

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Αναρωτιέμαι


Τι σημαίνει όταν κάποιος σου λέει "σ' αγαπώ", "σε νοιάζομαι" και "είμαστε μαζί"; Τι περιμένεις όταν ακούς αυτές τις λέξεις από κάποιον που σ' έχει κάνει να νοιώθεις, ας πούμε, άσχημα; Οι σχέσεις αγάπης, είναι μόνο για τις ηλιόλουστες μέρες; Τις μέρες με συννεφιά, πρέπει να τις περνάς μόνος σου; Κι αν ναι, τότε τι νόημα έχουν οι λέξεις;

Τι σημαίνει "μαζί"; Είναι το εύκολο "μαζί"... κι είναι και το άλλο, το "μαζί" που όχι μόνο λέγεται, αλλά το νοιώθεις, το βλέπεις στα μάτια, στα δάχτυλα, στα χείλη.

Το πρώτο "μαζί" είναι όντως εύκολο. Μαζί στη χαρά, μαζί στη διασκέδαση, μαζί στις πλάκες, μαζί στα γέλια. Και τι γίνεται όταν δεν έχεις χαρά, όταν δε μπορείς να διασκεδάσεις, να κάνεις πλάκα, να γελάσεις; Τότε στο "μαζί" μπαίνει παρένθεση. Αυτές τις στιγμές, ώρες, μέρες, τις περνάς μόνος, με κάποιον κάπου εκεί γύρω, απλά να σου λέει πως είναι "μαζί" σου, χωρίς όμως να μοιράζεται αυτό που έχεις μέσα σου. Αυτό το "μαζί", το έχω μ' όλο τον κόσμο. Όλη μου τη ζωή το 'χω. Εγώ ενδιαφέρομαι για το άλλο "μαζί". Εκείνο το "μαζί" που δε σου αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης.

Εκείνο το "μαζί" έχει σημασία για μένα. Το "μαζί" που δεν βάζει σε παρενθέσεις τις δυσκολίες. Το "μαζί" που πρέπει να το έχεις μέσα σου για να μπορείς να κάνεις τον άλλον να το νοιώσει. Το "μαζί" που είναι πολύ πιο πέρα απ' τις λέξεις. Το "μαζί" που κάνει πόνο σου τον πόνο του άλλου. Το "μαζί" αυτό, δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί. Είναι στην ατμόσφαιρα, είναι στο κορμί, στην ψυχή, είναι παντού.

Αυτό είναι το "μαζί" του "σ' αγαπώ" και του "σε νοιάζομαι"...αυτό είναι το "μαζί" που θέλω να νοιώσω, μα δεν μπορώ. Μάλλον γιατί δεν είναι εκεί...

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Έλεγχος


Τ' αποφάσισα! Παίρνω στα χέρια μου τον απόλυτο έλεγχο της ζωής μου. Θα την κάνω ακριβώς όπως θέλω, στην παραμικρή της λεπτομέρεια. Βέβαια είναι κάποιοι (λίγοι) παράγοντες που δεν βοηθούν ιδιαίτερα, όπως κάποιοι άνθρωποι με έντονο αρνητισμό ή η περί τα μεταθανάτια γραφειοκρατεία, με την οποία έχω πάρε-δώσε αυτές τις μέρες, αλλά παλεύονται.

Ήδη τα πρώτα θετικά δείγματα είναι εμφανή στην καθημερινότητά μου. Κοιμάμαι και ξυπνάω καλά. Η διάθεσή μου διατηρείται σε επίπεδα άνω του μετρίου τις περισσότερες ώρες της ημέρας, σκέφτομαι και κάνω μόνο πράγματα που μπορούν να την ανεβάσουν ακόμα περισσότερο. Κάνω πολλή δουλειά, προκειμένου να εξαφανίσω και το παραμικρό ίχνος μιζέριας απ' τη ζωή μου και δε θ' αφήσω κανέναν και τίποτα να μου το χαλάσει.

Είμαστε όλοι φωτεινά πλάσματα, όμως η κοινωνία γύρω μας, οι πεποιθήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε, προσπαθούν να μας το κρύψουν. Προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως η ζωή μας, η πορεία μας, εξαρτάται κατά πολύ μεγάλο μέρος από εξωγενείς παράγοντες. Πως το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, πως υπάρχουν καλές και κακές δυνάμεις που μάχονται γύρω και μέσα μας και τις οποίες δεν μπορούμε να ελέγξουμε.

Κι όμως! Δεν υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Η πορεία κι η ποιότητα της ζωής μας είναι αποκλειστικά δικής μας επιλογής, αρκεί να ξέρουμε τον τρόπο. Να συμβουλευόμαστε τον καλύτερο οδηγό που όλοι έχουμε κι είναι τα συναισθήματά μας. Αυτός και μόνο μπορεί να μας δείξει, με απόλυτη ακρίβεια, το τι πορεία ακολουθούμε.

Τί μεγάλο δώρο η δύναμη της επιλογής!!