Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Μια ιστορία (συνέχεια 3)


Δεν μπορούσε να καταλάβει. Τίποτα. Έφτασε στο σημείο να της πει πως τα, εκτός σχέσης, "θέλω" του θα τα ζούσε και πως απλά θα ήθελε να είναι κι εκείνη μαζί. Κόντευε να χάσει το μυαλό της. Πού ήταν ο άνθρωπος που ήξερε ως τότε; Δεν είχε τίποτα μα τίποτα κοινό μ' αυτόν που είχε τώρα μπροστά της. Κι αυτό που προφανέστατα ήταν παντελής έλλειψη έστω και ίχνους αγάπης, σεβασμού, αυτό που προφανέστατα ήταν απανθρωπιά, εκείνος το ονόμαζε "ειλικρίνεια". Και σαν να μην έφτανε αυτό, ζητούσε κι εύσημα για την ειλικρίνειά του. Εκείνη έβλεπε σ' αυτόν έναν αλήτη, εκείνος έβλεπε στον εαυτό του απλώς έναν ειλικρινή άνθρωπο.

Και οι διάλογοι έδιναν κι έπαιρναν. Διάλογοι σκληροί, επώδυνοι, διάλογοι χωρίς ουσία, χωρίς συμπεράσματα, χωρίς κατάληξη. Μ' εκείνη να τρελλαίνεται, να παλεύει να χωρέσει στο μυαλό της όσα έβλεπε κι άκουγε και μ' εκείνον, ψυχρό, να επιμένει πως έτσι είναι οι άνθρωποι και πως δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για τίποτα, εκτός του ότι έβαλε κάποια άλλη στη ζωή του εν αγνοία της. Κι όταν τον ρωτούσε γιατί γύρισε, της απαντούσε "Γιατί σ' αγαπώ". Ήταν κωμικοτραγικό. Εξάλλου οι πράξεις του είχαν ήδη μιλήσει. Την αγαπούσε;;; Δηλαδή αν την μισούσε, τι περισσότερο θα της έκανε; Σ' αυτό δεν της έδωσε απάντηση.

Ωσπου μια μέρα, εκείνη πλέον είδε πως όλα αυτά δεν βγάζουν πουθενά και διέκοψε την επικοινωνία. Την επόμενη στιγμή, όλα άλλαξαν. Ξαφνικά εκείνος αποφάσισε πως όλα όσα έλεγε ήταν βλακείες, πως είχε χάσει το μυαλό του, πως μόνο εκείνη αγαπούσε και πως πλέον ήταν οριστικά αποφασισμένος να είναι μαζί της και μόνο μαζί της. Της ζήτησε συγγνώμη, της είπε πως ξεκαθάρισε απόλυτα στο μυαλό του, πως από εκεί και πέρα θα ήταν απολύτως σωστός απέναντί της. Μα εκείνη πλέον δεν έβλεπε φως. Δεν καταλάβαινε. Πώς ήταν δυνατόν η απέραντη αγάπη του, να γίνει όλα αυτά που έκανε; Και πώς ήταν δυνατόν να την ταλαιπωρεί τόσο άδικα, τόσον καιρό και μέσα σε μια στιγμή να ξεκαθάρισαν όλα, ως δια μαγείας;

Της είπε πως με το νέο του παιχνίδι είχε τελειώσει οριστικά, πως η αγάπη του για εκείνη, ήταν μέσα του πιο ξεκάθαρη από ποτέ. Πως το μόνο του "θέλω" ήταν πλέον η ίδια κι η σχέση τους. Την παρακάλεσε να προσπαθήσει να βάλει πίσω της όσα έγιναν. Ήθελε να προσπαθήσουν μαζί να φτιάξουν ό,τι είχε απομείνει απ' αυτό που είχαν, να προσπαθήσουν να το ξανακερδίσουν. Μετανοιωμένος. Παρακαλώντας. Με δάκρυα στα μάτια. Καταλαβαίνοντας πόσο λάθος είχε κάνει. Κι εκείνη σκεφτόταν. Θα μπορούσε κάτι απ' αυτά να είναι αληθινό; Δεν μπορούσε πια να πιστέψει τίποτα. Φοβόταν ακόμα και να τον ακούσει. Μα δεν μπορούσε να φύγει. Τον αγαπούσε. Δεν ήξερε πια γιατί, δεν έβρισκε λόγο, δεν υπήρχε πια τίποτα απ' όσα αγάπησε σ' αυτόν, μα το ένοιωθε ακόμα κι αυτό ήταν που την κρατούσε κοντά του.

συνεχίζεται...

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Μια ιστορία (συνέχεια 2)


Και όντως δεν τον άγγιζε τίποτα. Συνέχιζε να λέει τα ίδια, συνέχιζε να κάνει τα ίδια. Εκείνη, εξακολουθούσε να του δίνει τα πάντα, να προσπαθεί να σώσει τη σχέση τους, να του εξηγήσει, να τον κάνει να καταλάβει πόσο πολύ τον αγαπούσε, πόσο πολύ την πονούσε μ' αυτά που έκανε. Εκείνος, εξακολουθούσε να ψεύδεται για τα πάντα, να κάνει τη ζωή του όπως εκείνος επέλεγε, χωρίς να λογοδοτεί, συνέχιζε να την πιέζει, να την αποκλείει, να της ζητά να λογοδοτεί για τα πάντα. Εξακολουθούσε, παρόλα αυτά, να της μιλά για μοναδικότητα. Εξακολουθούσε να της λέει πως θα ήταν μαζί για πάντα. Και πως κι αν ακόμα πρακτικά αυτό δε γινόταν, εκείνος, μέσα του, θα ήταν πάντα μαζί της. Πως εκείνη ήταν το τέλος του.


Μέχρι που άλλαξε ρήμα...

Το "ήθελα", έγινε "μπερδεύτηκα" κι έτσι, θάβοντας όλα όσα έλεγε, όλα όσα είχαν ζήσει, έβαλε στη ζωή του κάποια άλλη. Τόσο απλά. Μ' ένα "μπερδεύτηκα". Της το είπε κι εκείνη τον άφησε σ' αυτό που διάλεξε. Μα δεν του έφτανε. Δεν σταματούσε να της λέει πως την αγαπά και πως δεν αντέχει χωρίς εκείνη. Δεν σταματούσε να την παρακαλάει, να κλαίει για κείνη, μα δε σταματούσε και το νέο του παιχνίδι. Μέχρι που εκείνη, τον δέχτηκε πίσω. Πονώντας, αδυνατώντας να χωνέψει αυτό που συνέβαινε, μα μην αντέχοντας να τον αρνηθεί. Τον αγαπούσε τόσο... Κι αν δεν είχε, ποτέ πριν,φανταστεί, αυτό που είχε μόλις συμβεί, τίποτα δεν προμήνυε την συνέχεια.

Ο άνθρωπος που γύρισε, ήταν άλλος απ' ό,τι ήξερε ως τότε. Ενώ την παρακαλούσε με κλάματα να είναι κοντά του, της έλεγε με σπαραγμό πόσο την αγαπούσε, μόλις τον δέχτηκε, είδε έναν άνθρωπο γεμάτο έπαρση, θράσσος, αγένεια, ασέβεια. Έναν άνθρωπο που, ναι μεν, έλεγε "έκανα λάθος", αλλά πέραν αυτών των δύο λέξεων, τίποτα άλλο στα λεγόμενα ή τη συμπεριφορά του δεν έδειχνε πως είχε καταλάβει τι πραγματικά είχε κάνει. Έναν άνθρωπο που δήλωνε ευθαρσώς πως την αγαπούσε, πως εννοούσε όλα όσα της είχε πει ως τότε, μα που δεν ήταν διατεθειμένος (ούτε στα λόγια πια) να στερηθεί την καλοπέρασή του για να είναι καλά η σχέση τους. Εξάλλου, ποτέ δε θα ήταν καλά μετά απ' ό,τι έκανε, ποιο το νόημα να υποσχεθεί ο,τιδήποτε; "Το ξέρω πως σε πληγώνω περισσότερο, αλλά αυτή είναι η αλήθεια" της έλεγε, αλλά με πολύ χειρότερα λόγια. "Αυτός είμαι. Κι όσα σου έλεγα πριν, τη στιγμή που τα έλεγα, τα εννοούσα"...

Της περιέγραψε με λεπτομέρειες τις στιγμές που πέρασε με το νέο του παιχνίδι. Την πληροφόρησε για το πόσο υπέροχο το βρίσκει. Της ανάλυσε τα όσα ένοιωθε όσο ήταν μαζί του, για εκείνη και γι' αυτό. Της εξήγησε, πως δεν πέρασε όσο καλά θα ήθελε, διότι, την έθαψε μεν, όχι πολύ βαθιά δε. Ήξερε πόσο την πονούσε, μα του ήταν αδιάφορο. Ο άνθρωπος που, απ' την αρχή, ζούσε μέσα στο ψέμμα, έγινε ξαφνικά, ωμά ειλικρινής. Μέσα σ' αυτή την ωμότητα, παρέλειψε να της πει, πως με το παιχνίδι του δεν είχε τελειώσει. Δεν παρέλειψε όμως να πει πως δεν είχε κόψει τις γέφυρες, γιατί αυτό το παιχνίδι, θα ήταν το μέσο του να καλοπεράσει όποτε το ήθελε. Αυτό φρόντιζε να της το κάνει σαφές, σε κάθε τους διάλογο. Μόνο αποτέλεσμα όλων αυτών κι άλλων τόσων, το να την κάνει να πονέσει όσο ποτέ.

Πώς είχαν γίνει όλα αυτά; Είχε γυρίσει ανάποδα ο κόσμος της κι εκείνη, χωρίς να φταίει, το πλήρωνε πανάκριβα. Δεν ήξερε από πού έπρεπε ν' αρχίσει να μαζεύει τα κομμάτια της. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Την είχε πουλήσει με τόση άνεση, με όση είχε γυρίσει πίσω για να της το χτυπάει καθημερινά. Τις φορές που γινόταν έξαλλη, η μόνη "λύση" που είχε να της προτείνει, ήταν να κάνει κι εκείνη το ίδιο, για να νοιώσει καλύτερα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως, εκτός του ότι δεν θα έλυνε τίποτα μ' αυτόν τον τρόπο, της ήταν αδύνατον καν να το σκεφτεί, γιατί τον αγαπούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως εκείνη δεν ήθελε να τον πληγώσει, μόνο να σταματήσει να την πληγώνει.

συνεχίζεται...

Μια ιστορία (συνέχεια 1)


Της μιλούσε πολύ, προσπαθούσε να της πει πως είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Πως η ζωή τους έφερε κοντά για να είναι μαζί ως το τέλος. Πως τίποτα δεν τους χώριζε. Πως η ζωή του άρχισε όταν τη γνώρισε. Τη ζήλευε. Άρχισε να την πιέζει. Εκείνος, της έλεγε, υπήρχε μόνο γι' αυτήν και το ίδιο ήθελε να κάνει κι εκείνη. Προσπαθούσε να την αποκλείσει απ' το περιβάλλον της. Ζήλευε τους πάντες. Είναι καχύποπτος άνθρωπος. Δεν την εμπιστευόταν, παρόλο που του έδινε τον εαυτό της, ανοιχτά. Εκείνη, άνθρωπος τίμιος και καλοπροαίρετος, δεν έβρισκε λόγο να φοβάται, εξάλλου εκείνος την πλησίασε κι ο έρωτάς του γι' αυτήν ήταν προφανής και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που τον έκανε να φοβάται. Του είχε εμπιστοσύνη κι ήθελε να του δείχνει μ' όλους τους τρόπους, πως μπορούσε να της έχει κι εκείνος. Ώσπου μια νύχτα, ανακάλυψε πως ο καλός της, ο "ολοκληρωτικά" δοσμένος σ' εκείνη, ήταν δοσμένος και στα ...φλερτ που διατηρούσε κατά τόπους, πέρα από τη σχέση τους. Έπεσε απ' τα σύννεφα. Ο άνθρωπος που έλεγε όλα αυτά; Ο άνθρωπος που έκανε σαν τρελλός όταν εκείνη τολμούσε να πει αλλού έστω και μια καλημέρα; Δεν γινόταν να τ' αφήσει να περάσει έτσι.

Είπε πολλά και παραδόξως, άκουσε άλλα τόσα. Απογοητεύτηκε βλέποντας πως αυτό που της παρουσίαζε και προσπαθούσε να την κάνει να πιστέψει τόσο καιρό ήταν ψεύτικο. Μα ήταν ερωτευμένη. Προσπάθησε να τον πιστέψει, όταν της είπε πως αυτά δεν σήμαιναν τίποτα. Προσπάθησε πολύ. Αποφάσισε να μείνει μαζί του, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Δεν μπορούσε σε κάτι τόσο όμορφο να μη δώσει μια ευκαιρία. Και την έδωσε. Την έδωσε για να της γυρίσει πίσω και να την χτυπήσει αλύπητα, ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις φορές...


Ο καιρός περνούσε κι εκείνη γινόταν όλο και πιο δική του. Εκείνος με τη σειρά του, γινόταν όλο και πιο ξένος. Το ένα ψέμμα διαδεχόταν το άλλο. Η μία δικαιολογία διαδεχόταν την άλλη. Πάντα είχε "δικαιολογίες" για ό,τι έκανε. Και πάντα έκανε τα πάντα για να γίνουν δεκτές. Απλές, μονολεκτικές "δικαιολογίες". Ρήματα. Σκέτα ρήματα όπως "φοβήθηκα" ή "ήθελα". Ειδικά από ένα σημείο και μετά, ένα "ήθελα" το έβρισκε υπεραρκετό, για να γίνει αποδεκτό ό,τι κι αν είχε κάνει, να μπει πίσω και να μην ενοχλεί. Δεν έμπαινε καν στον κόπο να βρει άλλο ρήμα.


Έλεγε όμως πως μετάνοιωνε. Κάθε φορά μετάνοιωνε - Όντως γιατί κάθε φορά δεν ήταν ποτέ ίδια με την προηγούμενη. Πάντα χειρότερη. - και ήθελε να μην το ξανακάνει. Να μην ξαναπεί ψέμματα. Και τα ψέμματα διαδεχόνταν το ένα το άλλο. Κι η μία μετάνοια την άλλη. Κι εκείνη όλο και περισσότερο απογοητευόταν. Του μιλούσε, προσπαθούσε να του εξηγήσει πως μ' αυτόν τον τρόπο, ξεπερνούσε κάθε όριο υπομονής κι ανοχής της. Του το έλεγε μ' όποιον τρόπο μπορούσε να φανταστεί. Με χαμόγελο, με ηρεμία, με νεύρα, με κλάμματα, με αγανάκτηση, με παρακάλια, με απειλές. Μα τίποτα δεν φαινόταν να τον αγγίζει.


συνεχίζεται...

Μια ιστορία



Ήταν πρωί όταν γνωρίστηκαν εκείνος κι εκείνη. Ένα φθινοπωρινό, ηλιόλουστο πρωινό. Όμορφη μέρα. Συμπάθησαν ο ένας τον άλλον αμέσως. Ωραίοι τύποι, με το καλαμπούρι τους. Τα 'λεγαν καθημερινά. Άρχισε να μαθαίνει ο ένας πράγματα για τον άλλον, πράγματα για τη ζωή του. Ακριβώς έτσι. Ο ένας μόνο, για τον άλλον. Γιατί εκείνη δεν ήξερε. Ποτέ δεν ήξερε.



Ο ένας λοιπόν, αυτός που ήξερε, άρχισε να ερωτεύεται. Έπρεπε να την έχει. Αποφάσισε να την
διεκδικήσει. Ήξερε πως ήταν πληγωμένη, πως δεν ήθελε μπλεξίματα, οπότε την πήρε με το μαλακό στην αρχή. Μέσω της πλάκας, του χαβαλέ, έδειχνε πως ήθελε περισσότερα. Χωρίς πιέσεις, απλά άφηνε να εννοηθεί πως μόνο το παρεάκι, δεν του έφτανε πια. Εκείνη το έβλεπε, αλλά η παρέα του της ήταν αρκετή. Δεν ζητούσε, δεν την ενδιέφερε τίποτα περισσότερο. Περνώντας οι μέρες, εκείνος άρχισε να εκδηλώνεται φανερά πια. Της μιλούσε για τον έρωτά του, για το πόσο θα ήθελε να τον ζήσει μαζί της. Πόσο θα ήθελε να ταξιδέψουν οι δυο τους σ' ένα παραμύθι. Του αντιστεκόταν, ως ένα σημείο. Μα δεν της ήταν εύκολο. Βαθιά μέσα της, το είχε ανάγκη κι εκείνη αυτό το παραμύθι. Το ήξερε καλά. Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, προσπαθούσε να του δείξει πως το καλύτερο θα ήταν να μείνουν όπως ως εκείνη την ώρα, μια όμορφη παρέα. Ήταν φοβισμένη, ο πόνος του παρελθόντος την έκανε να τρέμει. Της πήρε χρόνια να ισορροπήσει κι ήταν ευτυχισμένη που το είχε καταφέρει. Δεν μπορούσε, δεν ήθελε να πληγωθεί ξανά. Δεν είχε αντοχές. Εκείνος όμως επέμενε. Κι ήταν τόσο καλός...


Γρήγορα, οι αντιστάσεις της άρχισαν να μειώνονται. Συνειδητοποίησε πως ένοιωθε πράγματα. Προσπαθούσε να τα ζυγίσει, να τα εκλογικεύσει, να τα σταματήσει. Μα εκείνος είχε καταλάβει κι ήταν πια ασυγκράτητος. Έβλεπε πως την τραβούσε κοντά του, μέρα τη μέρα και το έκανε όλο και πιο έντονα. Σ' εκείνο το διάστημα, της έδωσε και το πρώτο "χαστούκι". Δεν ήξερε πολλά γι' αυτόν. Τα μισά απ' όσα της είχε πει ή είχε αφήσει να εννοηθούν, δεν ήταν αλήθεια. Της το είπε, γιατί ένοιωθε άσχημα που την είχε κοροιδέψει. Γιατί του φερόταν καλά και δεν το άξιζε. Είχε μετανοιώσει που το έκανε. - Της τα είπε γιατί αν την κέρδιζε, δε θα μπορούσε πια να τα κρύψει. Αυτός ήταν ο λόγος κι όχι επειδή μετάνοιωσε. - Εκείνη ενοχλήθηκε, μα δεν είπε τίποτα. Τον κατάλαβε, κατανόησε πως δεν την ήξερε, άρα δεν ήθελε να της ανοιχτεί ως τότε. Δεν είπε τίποτα. Μόνο τον συγχώρεσε και δεν το ανέφερε ξανά.



Την κέρδισε τελικά. Δεν ήταν εύκολο, μα το κατάφερε. Γιατί ξεχώριζε. Την έκανε να νοιώσει πολύ δυνατά. Την έκανε να ευγνωμονεί την τύχη που τον έφερε στο δρόμο της. Την έκανε να νοιώθει ευτυχισμένη που ένα τόσο ξεχωριστό πλάσμα είχε μπει στη ζωή της. Δεν σκεφτόταν τίποτα άσχημο για εκείνον. Το πρώτο διάστημα πήγε κάπως έτσι. Μ' εκείνον να κάνει σαν τρελλός από έρωτα κι εκείνη, συγκρατημένη αρχικά, να θέλει να του προσφέρει τα πάντα, να θέλει να τον βλέπει μόνο να γελάει, να ονειρεύεται ένα μέλλον υπέροχο, μια σχέση ονειρική. Ο έρωτάς του, το άγγιγμά του, το γέλιο του, της έδινε ζωή. Δεν κράτησε όμως πολύ αυτό. - Ήταν πολύ καλός για να είναι αληθινός. -


συνεχίζεται...

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Φοβάμαι

Δες, αυτοί που λένε πως σ' αγαπάνε κ πως σε νοιάζονται, σε κατηγορούν για δικά τους λάθη, σου φυτεύουν απανωτές σφαίρες στην καρδιά, με ατσάλινη φωνή, παγωμένο βλέμμα και παραπονούμενοι κι άλλοι, που δεν σε ξέρουν καλά καλά, που δε σε νοιάζονται, είναι εκεί, σ' ακούν υπομονετικά για ώρες, προσπαθούν να σε κάνουν να γελάσεις, σου δίνουν χωρίς να ζητούν, ούτε παίρνουν τίποτα πίσω, ούτε καν καλή παρέα. Μόνο είναι εκεί να μοιράζεσαι τον πόνο σου, όσο μπορείς να τον χωρέσεις στα λόγια. Πώς να χωρέσει...

Οι ξένοι φίλοι, τελικά, ίσως είναι οι καλύτεροι.

Περνούν οι ώρες, οι μέρες και δεν τις βλέπω. Δεν τις νοιώθω. Ξημερώνει, βραδιάζει, δεν αλλάζει τίποτα. Μόνιμα ένα έντονο σφίξιμο στο στήθος, δε μ' αφήνει ν' ανασάνω. Θέλω ν' ανασάνω. Δεν μπορώ καν να κλάψω. Ποιός; Εγώ, που είχα μια ζωή το δάκρυ στην άκρη των ματιών μου. Μηχανικά σηκώνομαι το πρωί απ' το κρεββάτι, μηχανικά κάνω τα πάντα. Λυπάμαι για όσους περιμένουν από μένα. Συγγνώμη, μ' αλήθεια δεν μπορώ.

Νομίζω πέφτω σε κατάθλιψη. Ξέρω πως είναι. Βλέπω πως είναι, χρόνια, σε κοντινό μου πρόσωπο. Δε θέλω να πρέπει να χαπακώνομαι για να ζήσω μισή ζωή. Δε θέλω.

Έχω τρομάξει. Πού είναι αυτά που θέλω; Πού είναι η χαρά μου; Πού είναι η δύναμή μου;

Χαρά...μου ακούγεται ξένη ακόμα κι η λέξη.

Θέλω να κλειστώ σ' ένα κουκούλι, να μη μ' αγγίζει τίποτα. Δεν αντέχω ήδη κι έχω τόσο δρόμο ακόμα μπροστά μου. Πώς;

Πώς;;

Φίλε, δε θα το δεις ποτέ αυτό, αλλά να ξέρεις, σου χρωστάω ένα χαμόγελο όταν μπορέσω. Αν μπορέσω...

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Να τι μένει τελικά




























































































Ένα τίποτα.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009

Ελπίδες τέλος


Καλό χρυσό το συναίσθημα, αλλά όχι και το πόσο ανόητο μπορεί να σε κάνει. Σε φτάνει στο σημείο να αφήνεις να προσβάλλουν την νοημοσύνη σου κι όχι μόνο αυτό, αλλά να την προσβάλλεις κι εσύ ο ίδιος, ψήνοντας τον εαυτό σου πως αυτά που είναι, δεν είναι αυτά που είναι, αλλά αυτά που θα ήθελες να είναι!

Η ελπίδα, λένε, πεθαίνει τελευταία. Και γιατί δηλαδή να πεθάνει τελευταία; Γιατί να μην πάει μια ώρα αρχύτερα να γλυτώσουμε κι εμείς την ταλαιπωρία; Εε; Αυτή θα μας θάψει δηλαδή;
Και καλά να είναι η ελπίδα όντως ζωντανή...αλλά να κοτσάρεις μια μούμια, πεθαμένη 1000 φορές και να την κοιτάς "ελπίζοντας"....πάει πολύ. Ακόμα και για μένα, πάει πολύ. Όχι, δεν επιτρέπω σε καμιά μούμια να με θάψει! Την θάβω εγώ!

Καθαρίσαμε με το ένα μέτωπο. Και τώρα πάμε στα δύσκολα. Εκεί που πραγματικά χρειάζεται ελπίδα, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει....

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Φίλη μου



Κομμάτια. Κομμάτια, αλληλοσυμπληρώνονται. Αρμονία. Ισορροπία. Ένα καλοφτιαγμένο πάζλ.....
Ραγίζει. Σπάει. Ισορροπία δεν υπάρχει πια. Τα χτυπήματα απανωτά, απ' όλα τα μέτωπα.


Έχω μια φίλη. Δεν τη ζήτησα, μα ήρθε, πολλά χρόνια πριν κι έκατσε στη διπλανή καρέκλα. Από τότε είναι πάντα κοντά μου. Όπου κι αν είμαι, ό,τι κι αν κάνω, είναι μαζί μου. Κανείς άλλος δεν τη βλέπει, μόνο εγώ. Στην αρχή δεν μ' άρεσε, με τα χρόνια όμως άνθισε, ομόρφυνε ή ίσως συνήθισα την όψη της, δεν ξέρω.

Μαγεία. Μια λέξη που πολλοί χρησιμοποιούν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν. Η λέξη της ζωής μου.


Ειρμός. Δεν υπάρχει.


Αιώρηση...


Είναι ψηλή, η φίλη μου, ογκώδης. Συνήθως στέκεται κάπου δίπλα μου, μα υπάρχουν φορές που γεμίζει το οπτικό μου πεδίο. Δεν ήθελα να τη βλέπω, τουλάχιστον όχι μόνο εκείνη. Της το είχα πει, μα δεν την ένοιαζε. Κάνει πάντα το δικό της. Κι αυτή...

Μουσική, λατρεία.

Θλίψη...


Δεν ήξερα ποια είναι. Την έβλεπα, πάντα εκεί, αμίλητη. Όταν είχα πια συνηθίσει στην παρουσία της, όταν αντιλήφθηκα πως δεν είχε κανέναν σκοπό να μ' αφήσει στην ησυχία μου, πρέπει να ήμουν γύρω στα 20, της έπιασα για πρώτη φορά κουβέντα. Τη θυμόμουν απ' την αρχή της εφηβίας μου ακόμα. Της το είπα. Μου χαμογέλασε με συμπάθεια. -"Τί θέλεις;" τη ρώτησα. "Ποιά είσαι;" -"Ακόμα δεν έχεις καταλάβει; Τ' όνομά μου είναι Μοναξιά." μου απάντησε.

Ακούω έναν στίχο τώρα...πόσο αληθινό...

Θέλω να βυθιστώ στους ήχους.


Είναι η καλύτερή μου φίλη. Δε μ' αφήνει ποτέ μόνη. Οξύμωρο... κι όμως. Την αγαπώ.


Ισορροπία δεν υπάρχει πια.
Μαγεία. Η λέξη της ζωής μου. Όλα όσα έχω μέσα μου. Οι χαρές μου, οι προσπάθειές μου, οι λύπες μου... Δεν την περιμένω. Δεν την ψάχνω. Την δημιουργώ. Μαγικά. Απλά. Ανθρώπινα...

Μιλάμε τώρα πια, συχνά, τα τελευταία χρόνια. Είναι κομμάτι μου. Ίσως το μόνο ανέπαφο. Το πιο αληθινό. Σταθερά εδώ, δίπλα μου. Τώρα δεν νευριάζω όταν μου σκεπάζει τις άλλες εικόνες, τώρα ξέρω, προσπαθεί να με προστατέψει απ' την ασχήμια. Η καλύτερή μου φίλη. Κάποιοι είπαν πως θέλησαν να τη διώξουν από κοντά μου, να πάρουν τη θέση της. Κανείς δε μπόρεσε. Κανείς τόσο πιστός. Κανείς τόσο αληθινός. Φεύγουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Φεύγω, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Μουσική, λατρεία.

Μάτια καθάρια, ειλικρινή. Μάτια φοβισμένα. Μάτια δακρυσμένα, γελαστά. Μάτια κλειστά.


Τα χτυπήματα απανωτά, απ' όλα τα μέτωπα.


Η πιο πιστή μου φίλη. Κανείς δε μπορεί να πάρει τη θέση της. Την αγαπώ.


Αρμονία, δεν υπάρχει.

Κομμάτια...σκόρπια.


Ζωή... Ραγίζει, σπάει.

Για πόσο ακόμα...

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009

Μια βόλτα στη βροχή




Μια βόλτα. Ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες. Εκεί που βασιλεύουν οι σκιές. Με τη σκέψη άδεια. Με την καρδιά γεμάτη. Με έναν κόμπο στον λαιμό. Με την αναμονή πλάι μου κι ας μην ακούω τα βήματά της. Την αναμονή του απόλυτου. Με τη γλυκιά γεύση των αναμνήσεων στην άκρη της γλώσσας μου. Με το τοπίο ν΄ αλλάζει συνεχώς, μα πάντα ίδιο. Με τις αναμνήσεις να χτυπά η μια την άλλη στη βιασύνη τους να φτάσουν στα μάτια μου.

Εικόνες... Ενα παιδάκι σ' ένα κίτρινο ποδήλατο. Οι μεγάλοι προβολείς ενός φορτηγού. Ένα ζευγαράκι φιλιέται σε μια γωνιά. Γαλάζια μπαλκόνια. Μια βιαστική κυρία με δύο σακκούλες, μία στο κάθε χέρι. Ξένοι.

Τίποτα δεν μπορεί να το αλλάξει. Πώς φεύγει ο χρόνος... σαν το νερό, δεν μπορείς να τον κρατήσεις μεσ' τις χούφτες σου. Μόνο τον αγγίζεις και τον βλέπεις να κυλά ανάμεσα στα δάχτυλά σου και να χάνεται. Μια στιγμή. Όλα είναι μια στιγμή. Όλα. Όσα πρόλαβες. Όλη η ζωή.

Πόσα θα ήθελα να είχα πει Θεέ μου... Πόσα θα ήθελα να μπορούσα να πω. Φοβάμαι.

ΦΟΒΑΜΑΙ!

Μια σταγόνα. Κυλά στο πρόσωπό μου. Δειλό χαμόγελο. Ακολουθούν κι άλλες... κι άλλες. Σταματώ και κοιτάζω τον ουρανό. Τις αισθάνομαι, κάθε μια διαφορετικό βάρος, άλλη αποστολή. Ανοίγω το παλτό, ανοίγω τα χέρια μου, ανοίγω το είναι μου. Μένω ακίνητη, τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό. Τα μαλλιά μου υγρά, τα ρούχα μου το ίδιο. Τις νοιώθω μέχρι το μεδούλι. Να ξεπλένουν τους φόβους, τη λύπη, να παίρνουν, φεύγοντας, μαζί τους κάθε σκιά. Η βροχή δυναμώνει, μαζί μεγαλώνει και το χαμόγελό μου, μέχρι που γίνεται ένα δυνατό γέλιο. Γέλα ψυχή μου! Είναι η δική σου στιγμή!

Απόψε θα πλαγιάσω κάτω από ένα λυπημένο σύννεφο...

Πλέον