Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Σκληρή αγκαλιά

Αγκάλιασες σφιχτά τον κόσμο μου

το λάτρεψα

τον έκανες δικό σου

και πες μου τώρα πώς να ζήσω...


Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Κόκκινο










Τα μάτια ορθάνοιχτα, καρφωμένα στο κενό.


                                                                                Στέκει ακίνητο, σαν νεκρό, το σώμα.


                                    Βουβό, παγωμένο.






                                               Κι η ψυχή ρέει στο χώμα, κόκκινη σαν αίμα.






            Ακατάπαυστα, με ορμή, ποτάμι που σταματημό δεν έχει.






                                                                              Η γη ανοίγει, φλόγες πετάγονται γύρω.


                                   Φωτιά, λάβα γεμίζει τα πάντα.


Κόκκινο. Μόνο κόκκινο, παντού.






            Γίνεται ένα με τη λάβα.


                                                  Λάβα κι αυτό.


                                                                                       Λιώνει.


                                                                                                                       Εξαφανίζεται.








                              Λάβα κι αυτό.


                                                                                       Ένα με το κόκκινο.




                                                                Ένα.


                                                              Τίποτα.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Οι παλιές αγάπες


"Μου λείπεις, ξέρεις" του είπε, "κι αναρωτιέμαι...πώς χάνονται μέσα σε μια στιγμή, όλα όσα έχεις με κάποιον?  Πώς το ένα σπάει σε δυο κομμάτια που το ένα καν δεν αγγίζει το άλλο?  Πώς ξαφνικά εξαφανίζεται κάθε ανάγκη, κάθε επιθυμία?  Τι είναι αυτό που παίρνει το μυαλό, την καρδιά και τα ταξιδεύει μακριά?"  


"Μην απαντήσεις", συνέχισε. "Δεν θέλω να ξέρω. Καταλαβαίνω, πάντα καταλαβαίνω, απλά δεν θέλω να ξέρω. Όχι αυτή τη φορά. Τί σημασία έχει ένα όνομα, μια περιγραφή, μια εικόνα?  Σημασία έχει η αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει τίποτα. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Οχι πια."


Την κοίταξε σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.  "Κοίτα..." άρχισε να λέει, όμως τον διέκοψε.


"Σσσσσ...μη  μιλάς." του είπε.  "Πραγματικά δεν θέλω να ξέρω. Μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, μπορεί ένα συναίσθημα. Ό,τι κι αν είναι, είναι πιο μεγάλο απ' αυτό που είχαμε. Αρκεί. Δεν χρειάζεται να μάθω κάτι άλλο."


Έβλεπε στα μάτια του σιγουριά. Ίσως και να ήθελε να της πει κάτι. Ετσι, για να δώσει μια απάντηση, αληθινή ή ψεύτικη.  Ίσως να ήθελε ξανά να της χρεώσει το φευγιό του. Δεν μίλησε όμως.  Δεν είπε τίποτα.


"Βλέπω πως είσαι καλά" του είπε, "κι αυτό μου φτάνει. Συνέχισε ό,τι κι αν είναι αυτό που σε κάνει χαρούμενο. Nα είσαι πάντα έτσι." 


Τελικά, οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο ή στον αγύριστο...

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Love is...



Love is beauty




Love is happiness




Love is...




Love is...






Or maybe it 's just a word

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Μια ξεχασμένη αλήθεια







...Ετυχε όμως, ύστερα που περπάτησε πολύ μέσα απ' τους άμμους, τα βράχια και τα χιόνια, ν' ανακαλύψει τέλος ο μικρός πρίγκιπας, έναν δρόμο.  Κι οι δρόμοι πάνε όλοι στους ανθρώπους.


- Καλημέρα, είπε.


Ηταν ένας τριανταφυλλόκηπος ανθισμένος.


-Καλημέρα, είπαν τα τριαντάφυλλα.


Ο μικρός πρίγκιπας τα κοίταξε. Μοιάζανε όλα με το λουλούδι του.


- Τί είσαστε; τα ρώτησε κατάπληκτος.


-Εμείς είμαστε τριαντάφυλλα, είπαν τα τριαντάφυλλα.


-Α! έκανε ο μικρός πρίγκιπας.


Βαθειά λύπη τον γέμισε.  Το λουλούδι του του είχε πει πως ήταν ένα μονάκριβο σ' ολόκληρο το σύμπαν.  Και να που ήταν πέντε χιλιάδες, όλα τα ίδια, σ' έναν μονάχα κήπο!


"Θα του κακοφαινόταν πολύ" σκέφτηκε "αν το 'βλεπε αυτό... Θα έβηχε φριχτά και θα 'κανε τάχα πως πεθαίνει για να γλυτώσει απ' το ρεζίλεμα. Κι εγώ θα ήμουν αναγκασμένος να κάνω τάχα πως το περιποιούμαι, γιατί αλλιώς, για να με ταπεινώσει κι εμένα, θ' αφηνόταν στ' αλήθεια να πεθάνει..."


Ύστερα σκέφτηκε κι αυτό: "Νόμιζα πως ήμουν πλούσιος, γιατί είχα δικό μου ένα μοναδικό στον κόσμο λουλούδι και να που δεν έχω παρά ένα κοινό τριαντάφυλλο. Αυτό και τα τρία μου ηφαίστεια, που μου φτάνουν ως το γόνατο και που το ένα τους μπορεί να έχει σβήσει για πάντα, δε με κάνουν και κανέναν μεγάλο πρίγκιπα..."


Και πέφτοντας χάμω στο γρασίδι, έκλαψε.



Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.


- Καλημέρα, είπε η αλεπού.


- Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.


- Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά...


- Ποιά είσαι; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...


- Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.


- Ελα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος...


- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δεν μ' έχουν ημερώσει.


- Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας.


Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:


- Τί πάει να πει "ημερώσει";


- Εσύ δεν είσαι από 'δω, είπε η αλεπού, τί γυρεύεις;


- Γυρεύω τους ανθρώπους, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Τί πάει να πει "ημερώσει";


- Οι άνθρωποι, είπε η αλεπού, έχουν τουφέκια και κυνηγούνε. Μεγάλος μπελάς!  Ανατρέφουν όμως και κότες. Αυτό είναι το μόνο τους όφελος. Κότες γυρεύεις;


- Οχι, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Γυρεύω φίλους. Τί πάει να πει "ημερώσει";


- Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού.  Σημαίνει "να δημιουργείς δεσμούς".


- Να δημιουργείς δεσμούς;


- Βέβαια, είπε η αλεπού.  Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ' άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ' έχω ανάγκη.  Μήτε κι εσύ μ' έχεις ανάγκη.  Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες αλεπούδες.  Αν όμως μ' ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο...


- Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε ο μικρός πρίγκιπας.  Ξέρω ένα λουλούδι... νομίζω πως με ημέρωσε...


- Γίνεται, είπε η αλεπού.  Βλέπει κανείς στη Γη τόσα περίεργα πράγματα...


- Ω! δεν είναι πάνω στη Γη, είπε ο μικρός πρίγκιπας.


Η αλεπού φάνηκε πολύ παραξενεμένη:


- Πάνω σ' άλλον πλανήτη;


- Ναι.


- Έχει κυνηγούς σ' αυτόν τον πλανήτη;


- Όχι.


- Πολύ ενδιαφέρον αυτό. Και κότες;


- Όχι.


Ξαναγύρισε όμως στην ιδέα της:


- Η ζωή μου είναι μονότονη.  Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα.  Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν.  Γι' αυτό βαριέμαι κάπως.  Αν με ημερώσεις όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη.  Θα γνωρίσω ένα κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ' όλους τους άλλους.  Τ' άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ' τη γη.  Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ' τη φωλιά μου, σα μια μουσική.  Κι ύστερα κοίτα!  Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι;  Εγώ δεν τρώω ψωμί.  Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο.  Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα.  Κι αυτό είναι κρίμα!  Εσύ όμως, έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο.  Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι.  Και θα μ' αρέσει να ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα...


Σώπασε η αλεπού και κοίταξε πολλή ώρα τον μικρό πρίγκιπα.


- Σε παρακαλώ...ημέρωσέ με, του είπε!


- Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δεν με παίρνει ο καιρός.  Εχω ν' ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.


- Δε γνωρίζει κανείς, παρά τα πράγματα που ημερώνει, είπε η αλεπού.  Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα.  Τ' αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά.  Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους.  Αν θες έναν φίλο, ενημέρωσέ με!


- Τί πρέπει να κάνω; είπε ο μικρός πρίγκιπας.


- Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού.  Θα καθίσεις πρώτα κάπως μακρυά μου, έτσι στο χορτάρι.  Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δεν θα λες τίποτα.  Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.  Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά...


Την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μικρός πρίγκιπας.


Ετσι ο μικρός πρίγκιπας, ημέρωσε την αλεπού. Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:


- Αχ! είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω...


- Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω...


- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.


- Μα τώρα θα κλάψεις! είπε ο μικρός πρίγκιπας.


- Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.


- Και τότε τι κέρδισες;


- Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σιταριού.


Ύστερα πρόσθεσε:


- Άμε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα.  Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι το μοναδικό στον κόσμο.  Να περάσεις πάλι από' δω για να μ' αποχαιρετήσεις κι εγώ θα σου χαρίσω ένα μυστικό.  


Ο μικρός πρίγκιπας πήγε και ξαναείδε τα τριαντάφυλλα:


- Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, εσείς δεν είσαστε ακόμα τίποτα, τους είπε.  Κανένας δε σας ημέρωσε κι εσείς δεν ημερώσατε κανέναν.  Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου.  Ήταν μια αλεπού όμοια μ' εκατό χιλιάδες άλλες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.


Και τα τριαντάφυλλα δεν είχαν μούτρα να σταθούν.


- Είσαστε όμορφα, μα είσαστε άδεια, τους είπε ακόμη.  Δεν μπορεί κανείς να πεθάνει για χατήρι σας.  Βέβαια, ένας κοινός διαβάτης, το δικό μου τριαντάφυλλο, θα νόμιζε πως σας μοιάζει.  Αλλά εκείνο μόνο του, έχει πιο πολλή σημασία απ' όλα εσάς μαζί, αφού είναι αυτό που πότισα.  Αφού είναι αυτό που έβαλα κάτω από τη γυάλα.  Αφού είναι αυτό που προστάτεψα με το παραβάν.  Αφού είναι αυτό που του σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από τις δυο ή τρεις για να γίνουν πεταλούδες).  Αφού είναι αυτό που τ' άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή καμμιά φορά και να σωπαίνει.  Αφού είναι αυτό το δικό μου τριαντάφυλλο.




Και ξαναγύρισε στην αλεπού:


- Αντίο, της είπε...


- Αντίο, είπε η αλεπού.  Να το μυστικό μου.  Είναι πολύ απλό.  Μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά.  Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια.


- Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια, ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.


- Ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου, είναι που το κάνει να έχει τόση σημασία...


- Ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου..., έκανε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.


- Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τούτη την αλήθεια, είπε η αλεπού.  Εσύ  όμως δεν πρέπει να την ξεχάσεις.  Από 'δω κι εμπρός, θα είσαι για πάντα υπεύθυνος για εκείνο που έχεις ημερώσει.  Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου...


- Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου... ξαναείπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.


["Ο μικρός πρίγκιπας" του Antoine de Saint-Exupery]

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Όπως παλιά





Άνοιξε τα μάτια και τον είδε. Με το πιο γλυκό του χαμόγελο, την καλωσόρισε στην καινούρια μέρα. 

Όπως παλιά. 

Τα δάχτυλά του ταξίδευαν στο πρόσωπό της. Άνοιξε το στόμα του και ξεχύθηκαν μουσικές, αγάπης λόγια. 

Όπως παλιά.

Ένας λυγμός ανέβηκε στον λαιμό κι απ' τα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ, μα τα χείλη του το πήραν μακρυά. 

Όπως παλιά.

"Μην κλαις", της είπε. "Ποτέ δε θέλω να δω ξανά δάκρυα στα μάτια σου". Η μέρα έλαμπε, εκείνος έλαμπε.

Όπως παλιά.

Δεν ήθελε να κοιμηθεί ποτέ ξανά. Ήθελε μόνο να μείνουν εκεί, οι δυο τους. Με το χαμόγελό του. Με τα δάχτυλά του να ταξιδεύουν στο πρόσωπό της.

Όπως παλιά.

Βούτηξε στον βυθό των ματιών του. Βυθός γεμάτος θησαυρούς, γεμάτος ομορφιές. Μπορούσε να μείνει εκεί για πάντα. Ήθελε να μείνει εκεί για πάντα.

Όπως παλιά.

"Σ' αγαπώ" της είπε, "Ποτέ δε θα κουραστώ να στο λέω. Μ' ακούς? Σ' αγαπώ ζωή μου."

Όπως παλιά.




Ανοιξε τα μάτια νομίζοντας πως... Σκοτάδι. Δεν είχε ξημερώσει. Έκλεισε το ξυπνητήρι. Δεν θα τ' άφηνε να σπάσει την πυκνή σιωπή. Σηκώθηκε και κοίταξε τον άδειο δρόμο. Ένας λυγμός ανέβηκε στον λαιμό κι απ' τα μάτια της κύλησε ένα δάκρυ. Το ακολούθησε κι άλλο και μετά κι άλλο κι άλλο... Τα άφησε να ταξιδέψουν στο πρόσωπό της.

Όπως παλιά.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Πριν την αυγή




Σηκώθηκε αργά, πλησίασε στο παράθυρο κι έστρεψε το βλέμμα ψηλά στον ουρανό. Δεν συνάντησε παρά πηχτό σκοτάδι, όπου κι αν κοίταξε. Απογοητευμένη έκλεισε τα μάτια. Το δροσερό αεράκι της χάιδεψε το πρόσωπο, που έκαιγε ακόμα απ' το χάδι του. Γεμάτο αόρατα σημάδια το πρόσωπο, το κορμί της, η ψυχή της. Σημάδια από ένα άγγιγμα που την είχε χαράξει βαθιά. Πληγές γλυκές, που λαχταρούσε να κρατήσει για πάντα. 

Η νύχτα έπεφτε βαριά στους ώμους της. Της ήταν δύσκολο να την αντέξει. Θυμήθηκε ένα απόγευμα. Είχαν κάνει έρωτα. Είχε αποκοιμηθεί πλάι της και δεν χόρταινε να τον κοιτάζει. Ήταν τόσο όμορφος, τόσο ήρεμος...  Ηθελε ν' ακουμπήσει το κεφάλι της στο στήθος του που ανεβοκατέβαινε αργά, ν' ακούσει την καρδιά του, να νοιώσει την ανάσα του, μα δεν τόλμησε, από φόβο μην τον ξυπνήσει. Έτσι έμεινε να τον κοιτάζει,  χαιδεύοντας απαλά τις άκρες των μαλλιών του.

Τόσες οι μαγικές στιγμές τους...τις ξαναζούσε στα όνειρά της. Μόνο εκεί χωρούσαν πια. Γύρισε στο κρεββάτι και ξάπλωσε, αφήνοντας το αεράκι να μπαίνει στο δωμάτιο. Τον σκέπασε με την αγάπη της - κι ας μην ήταν εκεί - κι έμεινε να τον κοιτάζει, περιμένοντας να ξημερώσει...

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

Ανάμνηση



... Κάποτε άγγιξα το σώμα σου γυμνό

σφιχτά τυλίχτηκα στις μπούκλες των μαλλιών σου

μία βραδιά μας έχω πάντα φυλαχτό

κι ένα χαμόγελο στις άκρες των χειλιών σου...

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Ως το τρία




Μετράω ως το τρία και βγαίνω.

Πού έχεις κρυφτεί?

Αφουγκράζομαι.

Ακούω την ανάσα σου.

Κοιτάζω γύρω.

Νομίζω κινείσαι.

Είσαι εκεί?

Ναι, κινείσαι.

Πλησιάζω.

Θα σε βρω?

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Απομεινάρια



Πόσες λέξεις, πόσες εικόνες, κιτρινισμένες.

Θαμένες σ' ένα συρτάρι, κάτω από στιγμές ζωής ανάκατες.

Διαμάντια λαμπιρίζουν αχνά, σκορπίζοντας λιγοστό φως.

Κανείς δεν τα προσέχει. Το συρτάρι κλειστό.

Βήματα ακούγονται, κάποιος πλησιάζει.

Μια φωνή περνάει γοργά κι απομακρύνεται.



Καρφί η λύπη, μπήγεται στα χρωματιστά μπαλόνια.

Κι αυτά χτυπούν μαραμένα, νεκρά, στην παγωμένη λίμνη.

Λίμνη από διαμάντια, που κανείς δεν πρόσεξε.

Βουλιάζουν αργά, τα χρώματά τους ξεθωριάζουν.



Νότες πετούν σαν πεταλούδες γύρω απ' τα όνειρα.

Προσπαθούν να τ' αγγίξουν.

Μα αυτά, κάτω απ' το πέπλο της νοσταλγίας μένουν να σαπίζουν.

Σε λίγο, μόνο η σκόνη τους θα έχει μείνει.

Απομεινάρι των προσευχών. Απομεινάρι όσων λατρεύτηκαν.