Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Δίλημμα


...κατάκοποι όλοι, παρακολούθησαν την τεράστια πύλη ν' ανοίγει αργά.

Η ομορφιά του τοπίου που απλώθηκε μπροστά τους, τους έκοψε την ανάσα.

Ψίθυροι κι επιφωνήματα έκπληξης και θαυμασμού ακούστηκαν.

"Τι είναι εδώ;" Ρώτησε κάποιος.

Ο οδηγός τον κοίταξε παραξενεμένος. "Δεν σας αρέσει;"

"Πώς..πώς.." ήταν το μόνο που κατάφερε εκείνος να ψελίσει, θαμπωμένος.

Τους άρεσε. Περισσότερο απ' οποιονδήποτε τόπο είχαν δει. Κι είχαν περάσει από πολλούς, μα αυτή η εικόνα ξεπερνούσε τις προσδοκίες τους. Το τοπίο ήταν πραγματικά πανέμορφο. Σχεδόν παραδεισένιο.

"Περάστε λοιπόν, τι περιμένετε;" τους παρότρυνε ο οδηγός.

Οι μικρότεροι έτρεξαν να εξερευνήσουν τον χώρο, ενώ πολλοί απ' τους μεγαλύτερους έμειναν αποσβολωμένοι να κοιτάζουν, δίχως να μπορούν να πιστέψουν πως επιτέλους είχαν βρει τον παράδεισο που έψαχναν.

Σιγά σιγά, πέρασαν όλοι την πύλη κι άρχισαν να βολεύονται. Δεν υπήρχε κάτι που να μην τους αρέσει σ' αυτά που έβλεπαν.

Κάποιοι συζητούσαν με τον οδηγό. "Λοιπόν; Πώς σας φαίνεται; Θα μείνετε;" ρώτησε. "Μακρύς και κουραστικός ο δρόμος, αλλά άξιζε τον κόπο, ε;" χαμογέλασε.

"Είναι σχεδόν όπως το ονειρευόμουν" είπε ένας γέροντας. "Μετά από τόσο μακροχρόνια περιπλάνηση, είχα αρχίσει ν' απογοητεύομαι. Σκεφτόμουν πως δε θα προλάβαινα να το βρω σ' αυτή τη ζωή. Και να που είμαι πια εδώ."

"Είναι, πράγματι, υπέροχα." φώναξε κάποιος από μια κοντινή παρέα που άκουσε την συζήτηση. "Κι η πύλη αυτή, να μας προστατεύει, να μη νοιώθουμε φόβο. Αυτό πού το πας; Πανέμορφος τόπος κι ασφαλής. Τι περισσότερο να ζητήσει κανείς;"

Όλοι συμφώνησαν. Και μόνο η πρώτη ματιά ήταν αρκετή για να το αποφασίσουν. Θα έμεναν οπωσδήποτε εδώ.

"Ναι, η πύλη..." είπε ο οδηγός "υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε γι' αυτήν." αυτή τη φορά πιο χαμηλόφωνα. Η προσοχή όσων κάθονταν κοντά, στράφηκε πάνω του.

"Τι είναι αυτό που πρέπει να μάθουμε;" ρώτησε ο γέροντας.

"Η πύλη αυτή, θα κλείσει όταν φύγω και θα ξανανοίξει μόνο για να φύγετε όλοι όσοι ήρθατε. Κι εγώ δεν θα είμαι εδώ να σας οδηγώ." απάντησε ο οδηγός. "Στο μεταξύ, δεν μπορεί να μπει ή να βγει κανείς."

Ο γέροντας ξαφνιάστηκε δυσάρεστα. "Μα είμαστε τόσοι άνθρωποι. Αν κάποιος θελήσει κάτι; Αν χρειαστούμε κάτι που δεν υπάρχει εδώ;"

"Μα τι να χρειαστείτε; Εδώ θα καλυφθούν όλες οι ανάγκες σας. Δεν νομίζω να μην βρείτε κάτι" είπε ο οδηγός.

Ο γέροντας, όμως, επέμεινε. "Μα είμαστε πολλοί, μικροί, μεγάλοι κι οι ανάγκες μας τόσο πολλές και διαφορετικές. Πώς μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πως δεν θα χρειαστεί κάτι που δεν μπορεί να βρει εδώ;

Μαζί του άρχισαν κι άλλοι να δυσανασχετούν. Ηταν, βέβαια, υπέροχα, αλλά δεν είχαν παρά μόνο μια πρώτη εικόνα αυτού του τόπου. Πώς να βεβαιωθούν ότι θα έβρισκαν πάντα αυτό που ήθελαν, χωρίς να χρειαστεί ν' ανοίξει η πύλη;

Ο οδηγός ήταν σαφής. "Δυστυχώς, θα μπορείτε να έχετε μόνο ό,τι υπάρχει εδώ. Αν θελήσετε κάτι άλλο, θα πρέπει να κάνετε χωρίς αυτό ή να φύγετε οριστικά. Πρέπει όμως να σας πω πως δεν έχετε πολύ χρόνο. Με τη δύση του ηλίου θα φύγω κι η πόρτα θα κλείσει πίσω μου. Ως τότε φροντίστε να έχετε αποφασίσει τι θα κάνετε" είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντάς τους μπερδεμένους...