Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

... άλλη μια βόλτα στη βροχή



Παιδάκι ακόμα, με λαχτάρα παρακαλούσα τους γονείς μου να βγούμε έξω όταν έβρεχε και, Θεέ μου, πόση λύπη μου έφερνε το "όχι" τους με το γνωστό κήρυγμα "Μα είναι δυνατόν; Θα βραχούν τα ρούχα σου, θα κρυώσεις και πώς θα πας σχολείο μετά; Μα γιατί επιμένεις; Θέλεις ν' αρρωστήσεις; Δεν είναι άσχημο να είσαι άρρωστη; Πώς θα παίζεις με τις φίλες σου;". Μου βάραινε η ψυχή κι αναγκαζόμουν ν' αρκεστώ στο να κολλήσω το πρόσωπό μου στο τζάμι και να κοιτάζω έξω μέχρι να σταματήσει.

Όταν μεγάλωσα αρκετά, ώστε να μη χρειάζομαι άδεια, περπάτησα πολλά χιλιόμετρα στη βροχή.

Αργότερα μεγάλωσα ακόμα περισσότερο, έκανα κι εγώ παιδιά κι έπιασα την ομπρέλα, διότι η βροχή έγινε ξανά "αιτία ασθενείας".

Σήμερα έβρεξε κι ο μικρός μου γιος μου είπε πόσο θα του άρεσε να περπατούσαμε στη βροχή. Του χάιδεψα το κεφαλάκι, χωρίς να πω τίποτα. Δεν έδωσα μεγάλη σημασία, για να είμαι ειλικρινής. Μα, όταν κι ο μεγάλος μου γύρισε απ' το σχολείο μούσκεμα και μου είπε "Μαμά, μη μου θυμώσεις, που ενώ όλα τα παιδιά έβαλαν τα μπουφάν και τις κουκούλες τους όταν σχολάσαμε, εγώ το έβγαλα, για να νοιώσω πάνω μου τη βροχή", τότε θυμήθηκα.

Πότε το έχασα; Γιατί; Το έχασα αλήθεια ή απλά γίνομαι...οι γονείς μου;

Την επόμενη φορά που θα βρέξει, θα πάρω τα παιδιά μου και θα περπατήσουμε, χωρίς ομπρέλα, μέχρι το νερό να ποτίσει και τα κόκκαλά μας! Γιατί, αλήθεια, δεν μπορώ να σκεφτώ και πολλά πράγματα σ' αυτή τη ζωή, που είναι πιο ευχάριστα από μια βόλτα στη βροχή...

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

Σημάδια



Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γ
ύρω στο μισοσκόταδο. Παντού σημάδια του πάθους. Τα ρούχα της πεταμένα στο πάτωμα, το ίδιο και το πάπλωμα, τα σεντόνια τσαλακωμένα και υγρά ακόμα απ' τον ιδρώτα τους. Η μυρωδιά του πλημμύριζε το δωμάτιο. Στο χαλί σταγόνες απ' το κρασί που δεν πρόλαβαν να γευτούν. Στο τασάκι καιγόταν ακόμα το τσιγάρο του. Όλα ήταν όπως τ' άφησε φεύγοντας. Πήρε το ένα ποτήρι και το έφερε στα χείλη. Ρούφηξε μια γουλιά και την κατάπιε αργά. Παρατήρησε το πρόσωπο που καθρεφτιζόταν στο γυαλί. Ναι, ήταν η ίδια γυναίκα. Εκείνη που, τότε, στην κρύα νύχτα, περπατούσε ευτυχισμένη πλάι του, κρατώντας του σφιχτά το χέρι...




Έτσι ξεκίνησαν όλα. Σ' ένα γωνιακό τραπεζάκι. Έδωσαν την παραγγελία τους κι έμειναν να χαϊδεύονται με τα βλέμματα. Όλος ο κόσμος ήταν εκείνη η γωνιά, τυλιγμένη στη ζεστασιά που ξεχείλιζε απ' τα μάτια τους. Δεν έμειναν πολύ. Άδειασαν γρήγορα τα ποτήρια τους και σηκώθηκαν. Περπάτησαν χέρι χέρι, ως τ' αυτοκίνητο. Έσκυψε και της ακούμπησε ένα απαλό φιλί στο στόμα. Ένα φιλί γεμάτο υποσχέσεις. Έκρυψαν τον πολύτιμο έρωτά τους, κάτω από απαλό βαμβάκι. Το άγγιγμά του τρυφερό, η φωνή του βελούδινη, τα μάτια του να καίνε. Τον κοίταζε κι ο χρόνος σταματούσε. Ένοιωθε την ανάσα του και ο χώρος γέμιζε χρώματα. Τον άγγιζε κι η καρδιά της έχανε έναν χτύπο.


Κι οι μέρες κυλούσαν γεμάτες ανέμελα γέλια, τρυφερά χάδια, υγρά φιλιά, καυτές αγκαλιές. Ήταν μόνο οι δυο τους στο σύμπαν. Η ζωή, άρχιζε και τελείωνε τις ώρες που μπορούσαν να γεύονται ο ένας τον άλλον. Υπήρξαν και προβλήματα, μα δεν ήταν ικανά να τους απομακρύνουν. Κανείς και τίποτα δεν έδειχνε να μπορεί να χωρέσει ανάμεσά τους... Πόσοι αιώνες είχαν περάσει από τότε;


Προσπάθησε να φέρει μπροστά της το πρόσωπό του. Να σχηματίσει τα χείλη του, την καμπύλη των φρυδιών του, κάθε μικρή ρυτίδα στις άκρες των ματιών του, μα δυσκολεύτηκε. Της πήρε πολύ χρόνο, για ν' ανακαλύψει τελικά, πως αρκετές λεπτομέρειες δεν υπήρχαν στη μνήμη της. Γέλασε. Δεν είχε ποτέ σκεφτεί να τον παρατηρήσει με τόση προσοχή, ίσως γιατί δεν είχε ποτέ σκεφτεί τη στιγμή που δε θα τον είχε πια κοντά της.


Ένας θόρυβος τάραξε τη σιωπή κι η οθόνη του κινητού της άναψε. Είχε μήνυμα. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, το πήρε στο χέρι της και πάτησε το πλήκτρο της ανάγνωσης. Κάποιος φίλος την ρωτούσε πού είχε χαθεί. Το άφησε δίπλα της χωρίς ν' απαντήσει. Είχε πραγματικά ελπίσει πως θα ήταν εκείνος; ρώτησε σιωπηρά τον εαυτό της. Όχι, έδωσε την απάντηση. Ήξερε πως θα επικοινωνούσε μαζί της, μα όχι τόσο σύντομα. Όπως ήξερε και τι να περιμένει όταν θα το έκανε. Μια επικοινωνία ψυχρή, τυπική, χωρίς ίχνος συναισθήματος. Τίποτα να θυμίζει τις στιγμές που είχαν περάσει αγκαλιά.


Έτσι γινόταν πάντα. Θυμήθηκε τον πανικό που της δημιουργούσε τις πρώτες φορές που το είδε να συμβαίνει. Αργότερα το συνήθισε. Έμαθε να τον περιμένει υπομονετικά. Δεν σταμάτησε, όμως, ποτέ να την πειράζει. Όσο περνούσε ο καιρός, όλο και περισσότερο. Πόσες φορές του το είχε πει, μα δεν άλλαξε τίποτα. Κάθε φορά το ίδιο, ίσως και πιο έντονα. Κάθε φορά πιο μακριά.


Άναψε τσιγάρο και σκέφτηκε το τελευταίο που είχαν μοιραστεί. Ίσως ήταν και το μοναδικό, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ήπιε ακόμα μια γερή γουλιά κρασί, παράτησε το τσιγάρο στο τασάκι, πλάι στο δικό του που είχε πια σβήσει, ντύθηκε και βγήκε. Ο δροσερός αέρας κι ο θόρυβος την έφεραν για λίγο στο παρόν. Κοιτούσε τ' αυτοκίνητα και προσπαθούσε να μαντέψει πού πήγαιναν και τι ιστορίες κουβαλούσαν οι επιβάτες τους. Ένα παιχνίδι που έπαιζε χρόνια με τον εαυτό της, όταν βαριόταν τις αναμονές στα φανάρια. Άνοιξε το ραδιόφωνο κι άρχισε να σιγοτραγουδά. Τραγούδι θλιμμένο, γι' αγάπες χαμένες, για νοσταλγία, για πόνο. Δεν ένοιωθε τίποτα απ' αυτά. Μόνο ηρεμία.




Τα φώτα της πόλης περνούσαν γρήγορα από μπροστά της αραιώνοντας όσο απομακρυνόταν. Η νύχτα είχε σκεπάσει τα πάντα. Της άρεσαν αυτές οι χωρίς προορισμό μεγάλες βόλτες. Αν και πάντα ήξερε που θα κατέληγαν. Πάντα. Εκεί που γαλήνευε απόλυτα. Στο νερό που τόσο την σαγήνευε. Την μάγευε η θάλασσα. Η αρμύρα της, η μυρωδιά της, οι ήχοι της.




Άφησε το αυτοκίνητο και προχώρησε, σχεδόν στα τυφλά. Βρήκε ένα βολικό σημείο στα βράχια, πολύ κοντά στο νερό και κάθισε. Γρήγορα το κρύο έγινε έντονο. Τυλίχτηκε με το χοντρό μπουφάν κι έκλεισε τα μάτια. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε κάνει το ίδιο. Πόσο φοβισμένη και μόνη ένοιωθε. Νύχτα και τότε, σε άγρια, αγαπημένη θάλασσα, κάπου μακρυά.



Τώρα όμως ήταν διαφορετικά. Τώρα ήταν ήρεμη. Σίγουρη. Δεν είχε τίποτα να φοβάται. Απολάμβανε τις μικροσκοπικές σταγόνες που έφερνε ο αέρας στο πρόσωπό της. Τα ίχνη της ανάσας της, ανακατεμένα με τον καπνό του τσιγάρου, εξαφανίζονταν γρήγορα από μπροστά της. Τα δάχτυλά της είχαν παγώσει και πονούσαν, αλλά δεν την ένοιαζε. Ένοιωθε τόσο όμορφα να είναι εδώ, που τίποτα δεν την ένοιαζε. Έμεινε πολλή ώρα. Πήρε μέσα της με μεγάλες ανάσες τη θαλασσινή αύρα, κράτησε τους ήχους στο μυαλό της, για να την νανουρίσουν αργότερα. Κάποια στιγμή, τρέμοντας πια απ' το κρύο, περπάτησε ως το αυτοκίνητο, μπήκε μέσα, άναψε τους προβολείς κι έμεινε λίγα λεπτά ακόμα να κοιτάζει το νερό, προσπαθώντας να το χορτάσει. Κάτι που ποτέ δεν θα κατάφερνε.


Ξεκίνησε αργά να επιστρέφει. Με τη μουσική δυνατά και την ψυχή της γαληνεμένη. Τα φώτα και τ' αυτοκίνητα όλο και πλήθαιναν. Δεν ασχολήθηκε με τους επιβάτες τους. Δεν την ενδιέφερε πια πού πήγαιναν. Ήξερε πού πήγαινε η ίδια κι αυτό της έφτανε. Είχε βρει τις απαντήσεις που ζητούσε.



Έφτασε στο σπίτι, κλείδωσε, έβγαλε το μπουφάν και τις μπότες της και στάθηκε στην πόρτα του δωματίου για λίγο. Αποφασιστικά άναψε το φως, προχώρησε, πήρε το τασάκι και τα ποτήρια, τα άδειασε, τα έπλυνε και τα άφησε να στεγνώσουν. Γύρισε στο δωμάτιο, σήκωσε τα σεντόνια και τα ρούχα απ' το πάτωμα και τα έβαλε στο πλυντήριο. Έστρωσε το κρεββάτι με χαρούμενα χρώματα κι άπλωσε πάνω το παχύ πάπλωμα. Τακτοποίησε τα ρούχα της, έβαλε τις πυτζάμες της, το κινητό της στον φορτιστή κι η ματιά της έπεσε στο χαλί. Κοίταξε τις σταγόνες για δυο-τρία δευτερόλεπτα και χαμογέλασε. Αποφάσισε να μην τις καθαρίσει. Ας έμενε και κάτι να θυμίζει το πάθος που τόσο έντονο πέρασε απ' τη ζωή της. Ξάπλωσε, έσβησε το φως και βυθίστηκε σ' έναν γλυκό ύπνο.

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Χειμώνιασε




Νιφάδες έπεφταν βαριές απ' τον ουρανό.

Ο βοριάς σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του.

Έπεφταν αγγίζοντας φευγαλέα που και που η μια την άλλη.

Στριφογύριζαν σαν σε λούνα παρκ.

Κοιτούσαν κάτω, χαμηλά, τη μαύρη αγριεμένη θάλασσα.

Ύστερα έριχναν κλεφτές ματιές μεταξύ τους.

Δεν ήθελαν να παραδεχτούν τον φόβο τους.

Τον φόβο πως αυτή η κυμμάτινη μάζα θα τις κατάπινε.

Δεν θα 'μενε ούτε ίχνος της τόσο σύντομης ύπαρξής τους.

Είχαν ξεκινήσει γελώντας το ταξίδι τους.

Δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ πριν.

Μιλούσαν, μα ο ήχος τους χανόταν με τον άνεμο.

Τα κύμματα έμοιαζαν όλο και μεγαλύτερα.

Ο φόβος τις κύκλωνε χωρίς ν΄αφήνει ελπίδα.

Ο αδηφάγος ωκεανός όλο και πλησίαζε...